Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Το έθνος των Ρωμιών

του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού
κ. Αθανάσιου
από το περιοδικό «ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, τεύχος 13/2008
αναδημοσίευση στον τόμο: «Ελληνορθόδοξη Πορεία», Ανθολόγιο κειμένων, Αθήνα 2008
(Χορηγός Εκδόσεως: ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΔΟΥΚΑΣ
)

Είναι γεγονός ότι καυχόμαστε για την ελληνική μας καταγωγή και τη σχέση μας με το Χριστό και με το Ευαγγέλιο, όχι αδίκως βέβαια, παρόλο που καμιά φορά είμαστε λίγο υπερβολικοί, όμως η ιστορία δικαιώνει το ελληνικό έθνος.
Πάρα πολλοί λαοί άκουσαν το λόγο του Ευαγγελίου, πάρα πολλοί λαοί δέχθηκαν τις επισκέψεις των Αποστόλων, προς στιγμήν έγιναν χριστιανοί, αλλά στο πέρασμα των αιώνων είτε χάθηκαν γιατί υποδουλώθηκαν από άλλους λαούς, είτε άλλαξαν θρησκεία εξολοκλήρου, είτε προσχώρησαν σε αιρέσεις και άλλες κακοδοξίες οι οποίες νόθευσαν την Αλήθεια του Ευαγγελίου. Η ελληνική φυλή, το ελληνικό γένος, οι Έλληνες, παρά τις πολλές δυσκολίες που είχαν, κράτησαν το Ευαγγέλιο, κράτησαν την πίστη στην Εκκλησία, στην Ορθοδοξία. Και όχι μόνο δεν την έχασαν αλλά κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έδωσαν το Ευαγγέλιο και σε άλλους λαούς (π.χ. Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Γεωργιανούς), σε όλη την ανατολική Ευρώπη. Οι βυζαντινοί Ρωμιοί προγονοί μας επέμεναν, παρόλο που η Δύση αντιδρούσε σε αυτό, ότι οι νέοι ορθόδοξοι λαοί έπρεπε να λατρεύουν το Θεό στη γλώσσα τους. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος που μετέφεραν στους Σλάβους το Ευαγγέλιο έφτιαξαν αλφάβητο, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν δική τους γραπτή γλώσσα, να μορφώνονται, να εκπολιτίζονται και να έχουν τη δική τους συνείδηση και να λατρεύουν το Θεό στη δική τους γλώσσα. Ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε το Ευαγγέλιο από τους Έλληνες ως μέσο κατάκτησης των άλλων λαών. Αντίθετα, ήταν μια προσφορά σ’ αυτούς του φωτός του Ευαγγελίου, επ’ ελευθερία, ποτέ με τη βία. Δεν έχουμε φαινόμενα στην ορθόδοξη Εκκλησία επιβολής της Ορθοδοξίας με τη βία.
Το ερώτημα είναι, εμείς οι χριστιανοί ορθόδοξοι, πώς μπορούμε να ταυτίσουμε την αγάπη προς την πατρίδα μας σε συνδυασμό με την ορθόδοξη πίστη μας;
Ως Έλληνες και ως ορθόδοξοι, καυχόμαστε ότι μέχρι σήμερα βαστάζουμε την ορθόδοξη πίστη μας απαρασάλευτη και απαραχάρακτη και μαζί με αυτήν έχουμε την ευλογία να βαστάζουμε το σταυρό, τον ευλογημένο σταυρό της ελληνικής φυλής μέσα στον κόσμο, που κουβάλησε όλη αυτή την ένδοξή μας ιστορία. Το ελληνικό γένος, έχοντας πανάρχαιες ρίζες μέσα στην ιστορία, έφτασε σε τόσο μεγάλα μέτρα γνώσεως της ανθρώπινης σοφίας και ελευθερίας, έφθασε σε τόσο υψηλά επίπεδα φιλοσοφικών πτήσεων και αποκαλύψεων ώστε να θεωρείται πρόδρομος του χριστιανισμού.
Νομίζω ότι το να είναι κανείς Έλληνας, το να είναι κανείς Ρωμιός, δεν είναι υπερηφάνεια αλλά είναι σταυρός και μόνο σαν σταυρό και σαν διακόνημα μπορούμε να το κρατήσουμε σήμερα. Είμαστε Έλληνες, έχουμε μια ιστορία, όπως ο κάθε λαός και αναγνωρίζουμε σε κάθε άνθρωπο αυτό το δικαίωμα να καυχάται για την ιστορία του, για τους προγόνους του. Καυχόμαστε σαν Έλληνες όχι γιατί λατρεύαμε τους ψεύτικους θεούς του Ολύμπου, αλλά καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός με φιλοσοφικές αναζητήσεις, καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός που γέννησε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία.
Οι εθνικές γιορτές είναι βέβαια γιορτές μυήσεως στο νόημα, αλλά είναι και κρίση της ίδιας της ζωής μας. Και πρέπει να υφιστάμεθα αυτή την κρίση γιατί διαφορετικά θα μας κρίνει η ιστορία ως ανθρώπους που δεν διδαχτήκαμε ποτέ από την ίδια την ιστορία και τη πορεία μας.
Η ιστορία οφείλει να μας διδάξει και εμείς αν είμαστε άξιοι των προγόνων μας, πραγματικά παιδιά τους, τότε πρέπει να μάθουμε να διδασκόμαστε, γιατί έχουμε τη βαρύτατη αυτή κληρονομιά να είμαστε Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια ιστορία ένδοξη σε πολέμους και σε αγώνες. Οι Έλληνες κρατούσαν τη σημαία τους, για να δείξουν ότι αγωνίζονται όπως έλεγαν «υπέρ βωμών και εστιών», για να δείξουν ότι αγωνίζονται για συγκεκριμένα ιδανικά, ήσαν ιδεολόγοι, δεν ήσαν πολεμιστές με την πραγματική σημασία της λέξεως, αλλά γίνονταν πολεμιστές όταν η ανάγκη τους καλούσε και ήταν πράγματι αυτή η ανάγκη αδήριτη, για να φυλάξουν την πίστη τους και την πατρίδα τους.
Σήμερα, αδελφοί μου, καλούμαστε να κρατήσουμε αυτή την πατρίδα μέσα στα περιθώρια που οι ήρωες μας την παρέδωσαν και όπως αυτοί βάδισαν το δρόμο τους με σύνεση πολλή, με σοφία πολλή, με υπομονή πολλή.
Οι ήρωές μας ήταν παιδιά, ήταν άνθρωποι του τόπου που βγήκαν μέσα από το καλύτερο λίκνο, το λίκνο της Εκκλησίας και πραγματικά στέκει κανείς μπροστά τους με μεγάλο θαυμασμό και με μεγάλη συγκίνηση, γιατί διαβάζει κανείς για τη ζωή τους, διαβάζει κανείς τις επιστολές τους, διαβάζει αυτά τα οποία έγραψαν και όχι απλώς συγκινείται συναισθηματικά αλλά τα κείμενα αυτών των ανθρώπων, αυτές οι επιστολές των ηρώων του ΄55-΄59 μας θυμίζουν συναξάρια, μας θυμίζουν λόγια νεομαρτύρων, μας θυμίζουν τις επιστολές των μαρτύρων της πίστεως, τις επιστολές και τα γραπτά των νεομαρτύρων της τουρκικής κατοχής στον ελληνικό χώρο. Δεν διαφέρει καθόλου το ήθος τους από το ήθος των μαρτύρων της πίστεως και των μαρτύρων της πατρίδας. Διαβάζει κανείς τις επιστολές εκείνες και βλέπει που έστεκαν αυτοί οι άνθρωποι και βλέπει τι ήθελαν σε αυτό τον τόπο. Δεν βλέπεις ίχνος μισαλλοδοξίας, δεν βλέπεις ίχνος τρομοκρατίας, κι ας τους κατηγορούσαν τότε ότι ήταν τρομοκράτες. Διαβάζει κανείς τις επιστολές τους και βλέπει ένα ιλαρό φως, το φως της πίστεως το οποίο τους οδηγούσε στην αγάπη της πατρίδας τους, τους οδηγούσε στην αγάπη της ελευθερίας αλλά δεν τους οδηγούσε ποτέ στο μίσος ακόμα και αυτών που τους είχαν κατακτήσει. Και αν χρειάστηκε να κάνουν πόλεμο και να κάνουν επανάσταση, αυτό ήταν γιατί με τα δεδομένα της εποχής και της ώρας εκείνης ήταν μια ανάγκη και δεν μπορούσαν να κάμουν διαφορετικά.
Μέσα στις επιστολές των μαρτύρων και των ηρώων βλέπει κανείς το Θεό, την αγάπη του Χριστού να βασιλεύει, που τους έδωσε τη δυνατότητα να νικήσουν το θάνατο, να υπερβούν το θάνατο, που αισθάνονταν τη ψυχή τους να φτερουγίζει γύρω από το θρόνο του Θεού, τί άλλο είναι παρά τα ίδια βιώματα των μαρτύρων της πίστεως; Δεν είναι αυτά οι επισκέψεις της χάριτος του Θεού οι οποίες παρηγορούσαν τις ψυχές των ανθρώπων που βρισκόντουσαν μόνο λίγο προ του θανάτου; Ταυτόχρονα, βλέπει κανείς την πίστη τους και την αγάπη τους προς την Ελλάδα. Την Ελλάδα όχι ως γεωγραφικό χώρο μόνο, αλλά την Ελλάδα ως την κοιτίδα του πολιτισμού, τη μητέρα της φιλοσοφίας, τη μητέρα της Ρωμιοσύνης.
Οφείλουμε λοιπόν να μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία μας, να διδασκόμαστε. Οφείλουμε να οδηγηθούμε μπροστά στα διάφορα γεγονότα της ιστορίας μας και να κρίνουμε τον εαυτό μας, σιωπώντας και περιορίζοντας τα λόγια μας και την εξωστρέφειά μας και να αφήσουμε να μας δείξουν όλοι αυτοί οι μάρτυρες της πατρίδας το δικό τους φρόνημα και να μας μιλήσουν για την ιστορία μας, να μας μιλήσουν για την πατρίδα μας, να μας μιλήσουν για την παράδοσή μας, να μας δείξουν από ποιό δέντρο καταγόμαστε κι ακόμα, να έχουμε το θάρρος να δούμε που είμαστε εμείς σήμερα.
Πρέπει να έχουμε το θάρρος να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να πούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι αυτός ο τόπος, εάν θέλει να ζήσει πρέπει να γίνει ελληνικός τόπος κατά κυριολεξία. Ο άνθρωπος πρέπει να τύχει παιδείας, παιδείας φιλοσοφικής, παιδείας πνευματικής, παιδείας ρωμαίικης, με ρωμιοσύνη που σημαίνει ότι θα απολαύσει όλη αυτή την ιστορία της παραδόσεώς μας. Ούτε αρχαιολάτρες είμαστε αλλά ούτε και βυζαντινόπληκτοι είμαστε. Ξέρουμε ότι ο τόπος ζύμωσε την αρχαία φιλοσοφία και παράδοση με την ορθοδοξία. Και ορθόδοξος σημαίνει ελεύθερος. Ορθόδοξος και Ρωμιός σημαίνει άνθρωπος χωρίς παρωπίδες, σημαίνει άνθρωπος ο οποίος αγαπά τον άλλο και δεν φοβάται τον άλλο άνθρωπο, γιατί έχει αρχοντιά, γιατί δεν είναι κομπλεξικός, γιατί δεν αισθάνεται μειονεκτικά μπροστά σε κανένα, γιατί είναι περήφανος γι’ αυτό που είναι και αυτή η περηφάνια δεν είναι αλαζονεία αλλά είναι το «γνώθι σ’ αυτόν» των αρχαίων Ελλήνων· είναι αυτή η γνώση της βαρύτατης κληρονομιάς την οποία κουβαλούμε πάνω μας. Αυτή η ρωμαίικη υπερηφάνεια μπορεί να υπηρετήσει και όχι να υπηρετείται, μπορεί να σταθεί και να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο και να γίνει διάκονος της ανθρωπότητας.
Εμείς σαν Ρωμιοί πάντοτε είχαμε τη μεγάλη υπομονή η οποία ήταν γέννημα της πίστεως, Και ο πιστός άνθρωπος βλέπει πίσω από τά φαινόμενα, πέραν των φαινομενικών πραγμάτων. Δεν μας ενδιαφέρει εμάς αν μας μισούν ή όχι οι Τούρκοι. Ο Θεός τι θα πει στο τέλος. Δεν θα γίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από όσα ο Θεός θα επιτρέψει. Πρέπει να μάθουμε να έχουμε τελεία εμπιστοσύνη στο Θεό. Εάν ελπίζεις στο Θεό και πιστεύεις ότι ο Θεός είναι Πατέρας σου, τότε λοιπόν γιατί φοβάσαι;
Ας ανοίξουμε το δρόμο στην αληθινή παιδεία· να φτιάξουμε πρώτα ανθρώπους ελεύθερους και αν φτιάξεις ανθρώπους ελεύθερους, τότε θα αποκτήσεις και πατρίδα ελεύθερη. Αν έχεις ανθρώπους δούλους, τότε και η ελεύθερη πατρίδα θα γίνει δούλη. Ο άνθρωπος είναι αυτός που ελευθερώνεται πρώτα και ύστερα ελευθερώνει και γεωγραφικά το τόπο του. Αν ενδιατρίψουμε στην ιστορία μας, αν γνωρίσουμε την παράδοσή μας, αν ασκήσουμε καλόβουλη και θετική κριτική στις παρελθούσες πράξεις και ενέργειές μας, αν είμαστε έντιμοι, ανυστερόβουλοι και ειλικρινείς, τότε θα ανακαλύψουμε ότι ο τόπος γεννά ήρωες, ο τόπος γεννά μάρτυρες, ο τόπος γεννά ηγέτες, όπως τους ηγέτες οι οποίοι σήκωσαν τον τόπο αυτό και έδωσαν την ανάσταση στη πατρίδα μας και στη φυλή μας. Αυτό είναι το μήνυμα της Ρωμιοσύνης, του πόνου και της αγάπης για τη πατρίδα μας.πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/05/21/

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

ΚΑΥΣΙΣ ΝΕΚΡΩΝ

Ένας από τους πλέον σεβαστούς μητροπολίτες, ο Μεσογαίας Νικόλαος λέει για την καύση νεκρών απλά και κατανοητά πράγματα..



"Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και ο σεβασμός μας σ΄αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μιας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο - της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μιας άλλης που τώρα "αγνώστως" συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την "ετέρα μορφή του"(Μάρκ. ιστ΄12), την αναμόρφωσή του "εις το αρχαίον κάλλος". Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη...

φθορά στοιχείο του ανθρώπου Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όδο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ό Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί ή η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του.Όταν και η ΄φυση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;


Οι νεκροί δεν είναι "πεθαμένοι" αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο "νεκροταφεία" και επιμένει στον όρο "κοιμητήρια". Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλάτετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεως τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.

Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται - αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του,κάτι που δεν καταστρέφεται.

Η ψυχή ζει. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μια εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!

Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους ή η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζες της. Αν αυτά κάψει θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θαέχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.

Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας:από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, ή να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.

Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ΄αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πώς εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ΄αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.

Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή.Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου.Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι΄αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι΄αυτόν που αποδέχεται.

Ετσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μονον έλλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του "πολιτισμένου" κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες.Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπεραπασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου.


Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος. τον μηδενισμό της. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μια κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μια κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μια κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μια κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ή όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.

Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μια απλά χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ' όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.