Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως: "Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ"

Δεν με ενδιαφέρει να αποστομώσω όσους με κατηγόρησαν για λαϊκισμό, κρίνοντας έτσι την απόφασή μου να αποποιηθώ τον μισθό μου, αλλά οφείλω να εξηγηθώ στους αδερφούς μου που φαντάστηκαν ότι διάλεξα τον τρόπο αυτό, προκειμένου να διακριθώ από εκείνους με την αλαζονεία της πτωχείας.
Η πράξη αποτελεί κραυγή αγωνίας μου σε μια κοινωνία που μας έριξε πλέον στο βούρκο της απαξίωσης. Εννοώ την ορθόδοξη ελληνική κοινωνία που δεν μας εκτιμά πια. Συγκεκριμένα, δεν εκτιμά τους επισκόπους, όχι τον «απλό παπά», όπως λέγεται και ξαναλέγεται.
Δεν το καταλαβαίνουμε ότι το ειδικό μας βάρος έχασε την πυκνότητά του; Θα τολμούσαμε να ρωτήσουμε, τι σημαίνει για τον Έλληνα του σήμερα, ο επίσκοπος ως πνευματικός θεσμός;
Δεν αισθανόμαστε ότι το πέρασμά μας αφήνει πίσω μας ένα συγκαταβατικό μειδίαμα; Είμαστε, όπως έλεγε ο Κλεμανσώ, σαν τον προστάτη ή σαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όταν είναι ήσυχοι, κανείς δεν ασχολείται μ' αυτούς, όταν αρχίσουν να δημιουργούν προβλήματα, επιβάλλεται η αφαίρεσή τους.
Δεν βιώνουμε ότι οι χριστιανοί μας έρχονται στα γραφεία μας μόνο για διορισμούς ή μεταθέσεις; Συγγνώμη! έρχονται και για οικονομικά βοηθήματα, αφού είμαστε κάτοχοι αμύθητης περιουσίας! Κι όταν φύγουν από μας, επισκέπτονται χαρισματικούς φορείς για τα πνευματικά τους θέματα.
Δεν αφουγκραζόμαστε ότι μας βλέπουν σαν αναπόσπαστο μέρος του διεφθαρμένου κράτους καθώς συναγελαζόμαστε με άρχοντες και μεγιστάνες και κατά συνέπεια θεωρούμαστε συμμέτοχοι των πράξεών τους;
Δεν βαρεθήκαμε να «το παίζουμε» προϊστάμενοι ΝΠΔΔ και να προεδρεύουμε σε Δ.Σ., εκτιθέμενοι σε διενέργεια πλειοδοτικών-μειοδοτικών διαγωνισμών κ.λ.π. και χωρίς να διαθέτουμε καμία απολύτως εξειδίκευση πάνω σ' αυτά;
Δεν διαπιστώνουμε στα μάτια των επίσημων συνομιλητών μας την ανοχή και στα μάτια των απλών ανθρώπων την υποψία;
Δεν εισπράττουμε από πολλούς, ότι θα προτιμούσαν να απουσιάζαμε από τη ζωή τους, μα, αν αυτό είναι αδύνατο, ας περιοριζόμαστε στο διακριτό μας ρόλο;
Δεν νιώθουμε ότι είμαστε αναγκαίοι μεν, αλλά λιγώτερο ενδιαφέροντες απ' όσο νομίζουμε;
Δίπλα μας υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος νέων επιστημόνων, τεχνοκρατών, ανερχόμενων επιχειρηματιών, που δεν έχουν και δεν θέλουν να έχουν καμμιά σχέση με μας;Δεν ζούμε το θεολογικό και κοινωνικό επίπεδο του κλήρου μας;
Δεν αντιληφθήκαμε τον σκεπτικισμό που διακατέχει τους νέους γονείς όταν αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο να μας πλησιάσουν τα παιδιά τους, στο ιερό βήμα, στα κατηχητικά, στις κατασκηνώσεις;
Δεν μας προβληματίζει η εικόνα των μουχλιασμένων ενοριακών κέντρων αλλά και των θλιμμένων κατηχητικών σχολείων μας;
Δεν οσφριζόμαστε ότι η συμβολή μας στις τοπικές κοινωνίες είναι μόνο πολιτιστική και κοινωνική; Το πρώτο ερμηνεύεται σαν συντήρηση της σκουριασμένης Παράδοσης, εξαντλήθηκε όμως η θεματολογία μας, συγκινεί μόνο όσους αναπολούν τα νειάτα τους, μα, αφήνει παγερά αδιάφορες τις νέες γενιές. Το δεύτερο, η πολυδιαφημισμένη κοινωνική μας παρέμβαση, που μας καθιστούσε, μέχρι τώρα, αναγκαίο δεκανίκι του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας, αρχίζει πλέον να εκτοπίζεται από την εισβολή στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που κοστίζει μεν αλλά έχει επαγγελματισμό.
Δεν μας ενοχλεί που στη Χώρα του 95% των Ορθοδόξων, δεν ζητείται ποτέ η γνώμη μας, για κανένα πνευματικό ζήτημα; Κι όταν η γνώμη μας αυθαίρετα εκφωνείται, τότε δεν θυμόμαστε, ότι την πληρώνουμε ακριβά με δημοσιοποίηση σκανδάλων μας;
Δεν παρακολουθούμε ότι στον μεγάλο παιδαγωγό του λαού μας, εννοώ την δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση, ως πνευματικοί άνθρωποι εμφανίζονται οι καλλιτέχνες; Κληρικοί προσκαλούνται για να ανεβάσουν το θερμόμετρο σε τηλεοπτικά παράθυρα κι όχι σε σοβαρούς ολιγομελείς διαλόγους.
Δεν μας θίγει η παρωδία του συν-εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας και των συμβουλών που μας παρέχουν οι πολιτικοί μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών; Και όταν έρθει η ώρα της φορολογίας, μας αντιμετωπίζουν σαν Εταιρεία.Δηλαδή, πέρασαν 2000 χρόνια δεν τους δώσαμε ακόμα να καταλάβουν τί είναι η Εκκλησία!
Δεν διαβλέπουμε ότι η ελληνική κοινωνία, αργά αλλά σταθερά, ύπουλα, σιωπηλά αλλά μεθοδικά, αποχριστιανοποιείται; Και 'μεις μένουμε στους ναούς με γέρους και γριές, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι επηρεάζουμε το εκλογικό σώμα;
Δεν πάει ο νους μας στο ότι με τις σημερινές στατιστικές σταθερές, με τα κομπιούτερς αλλά και τις μισάνθρωπες ανώνυμες πληροφορίες μας, οι ενδιαφερόμενοι, γνωρίζουν για μας περισσότερα οικονομικά και εσωτερικά μας, απ' όσα φανταζόμαστε;
Δεν πληροφορηθήκαμε ότι τα δημοσιογραφικά συρτάρια είναι γεμάτα από λιβελλογραφήματα και φωτογραφίες, έτοιμα να συγκροτήσουν εκπομπές για να μας φιμώσουν όταν ο λόγος μας βλάπτει ή να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από ακανθώδη προβλήματά της; Ποιός από μας δεν άκουσε την φράση: «τα εκκλησιαστικά πουλάνε»; Μέχρι πότε θα είμαστε το μαξιλαράκι που θα απορροφά τους κραδασμούς των κυβερνητικών αδιεξόδων;
Δεν διακριβώνουμε την ειδοποιό διαφορά: μέχρι πρόσφατα απειλούμαστε με χωρισμό από την Πολιτεία, ενώ τώρα το ζήτημα τίθεται ως «επαναπροσδιορισμός» των σχέσεών μας;
Εξοβελίστηκε η παρέμβασή μας στην δημόσια Εκπαίδευση, καταστρέψαμε την εκκλησιαστική μας Εκπαίδευση, χάσαμε το Νοσοκομείο των Κληρικών που διαθέταμε, διαβλήθηκε η ηθική μας υπόσταση, αμφισβητήθηκε η διαχειριστική μας εντιμότητα, περιπαίχθηκε ο προβληματισμός μας για τα εθνικά ζητήματα, πολεμείται η κοινωνική μας δραστηριότητα, σκανδαλίζουν τα άμφιά μας, συζητιούνται τα αυτοκίνητά μας, διατρανώθηκε ο δεσποτισμός μας έναντι των «απλών και αδύναμων παπάδων» μας.
Δεν τα ζήσαμε όλα αυτά; Δεν τα είδαμε; Δεν τα βλέπουμε;
Τί απαντήσαμε σ' όλες αυτές τις μάχες που βιώνουμε; Πώς απαντήσαμε στα λάθη που πράξαμε;
Με την εμμονή μας στην σκουριά της Παράδοσης (Τυπικό, μετάφραση λειτουργικών κειμένων, ράσα), με την αδυναμία μας να αποτινάξουμε τον βυζαντινισμό (μίτρες, λιτανείες, ξύλινη γλώσσα, ραγδαίες υποκλίσεις, ατέλειωτα χειροφιλήματα, φήμες, προσφωνήσεις), με την φοβία μας να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια την ανθρωπότητά μας (φτάσαμε να μιλήσουμε οι ίδιοι για «κάθαρση»της Εκκλησίας μας).
Όλα αυτά αποδεικνύουν την δειλία μας να δοκιμάσουμε το βιώσιμο του Ευαγγελίου στο σήμερα και το εφικτό, της κατά Χριστόν ζωής.Όλα αυτά αποδεικνύουν την απιστία μας στη δραστικότητα της Πίστεως.
Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος, όχι θράσος. Προσεκτικότητα, όχι προκλητικότητα. Αποφασιστικότητα, όχι σπασμωδικότητα.
Η αποποίηση του μισθού, πραγματική ή συμβολική, είναι ο διστακτικός, μοναχικός ανήφορος που θα μπορούσε να οδηγήσει σ' ένα ξέφωτο αυτοπεποίθησης, απελευθέρωσης, αυτάρκειας, πληρότητας και εκκλησιαστικής μαρτυρίας.
Είναι αυτά που σαν όραμα τα χρειάζεται ο λαός μας σήμερα, προκειμένου να νιώσει, γιατί του είναι χρήσιμη η Εκκλησία του!

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Απάντηση Μεσογαίας με Μακρυγιάννη

Η τοιαύτη αδικία κάμνει σήμερον πολλοὺς Έλληνας να αγανακτούν εναντίον της πατρίδος, οπού εδοκίμασαν τόσους αγώνας, και να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρόν χειρότερον από τον Τούρκον.

Εγώ όμως, Υψηλή Αντιβασιλεία, δεν είμαι άδικος, αλλά ως ευαίσθητος εις την δυστυχίαν τόσων αγωνιστών, παρακινούμαι να φανερώσω την αδικίαν προς την κυβέρνησίν μου, την οποίαν μετά Θεόν σέβομαι και τιμώ και αγαπώ, καθώς χρεωστεί να κάμνη κάθε άνθρωπος αφωσιωμένος εις την πατρίδα του.

Αν η πατρίς μας είναι πτωχή, διατί ημείς μερικοί Έλληνες να παίρνωμεν από χίλιες δραχμές και κάτω τον μήνα, οι δε συνάδελφοί μας να ψωμοζητούν και να περιπατούν γυμνοί και ξυπόλητοι;

Δια την τιμήν και υπόληψιν της πατρίδος και του Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον να κόψωμεν ένα μέρος από τον μισθόν μας, δια να δοθή και εις αυτούς τους δυστυχείς.

Εγώ, όταν επληγώθην εις τους Μύλους του Ναυπλίου, έλαβα δώρον από την πατρίδα μου, το οποίον είναι περίπου εκατόν πενήντα δραχμάς τον μήνα· τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαίον μισθόν, δηλαδή σχεδὸν τριακόσιας εβδομήκοντα δραχμάς.

Όθεν εγώ πρώτος παρακαλώ την Αντιβασιλείαν να διατάξη να κοπή αυτός ο μισθός μου όλος, εως ότου η Κυβέρνησις να λάβη καιρόν να ευθετήση τα πράγματα και να τα θεραπεύση κατά το καλύτερον, και να με δοθούν πάλιν κατά μήνα αι εκατόν πενήντα δραχμαί εκείναι, καθώς εξ αρχής μ΄ έκρινεν άξιον η πατρίς μου· ο δε μισθος μου ας δοθή εις άλλους δυστυχεῖς συναγωνιστάς μου, των οποίων η γύμνωσις και απελπισία, μα την πατρίδα μου και μα τον Βασιλεά μου, δεν μ΄ αφήνει να κοιμηθώ ησύχως όλην την νύχτα.

Εν Άθήναις τη 15 Δεκεμβρίου 1834

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010




Αλεξανδρουπόλεως: Να χαρίσουμε στο Κράτος τις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας


Να χαρίσει η Εκκλησία στο Κράτος τις μετοχές της στην Εθνική Τράπεζα "για να βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ρετσινιά" ζητάει με δήλωση του ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος ο οποίος, όπως και ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, κάνει γνωστό ότι παραιτείται από την μισθοδοσία του.

Ακολουθεί η δήλωση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμου:

Ανταποκρινόμενος στις ανάγκες της Πατρίδος μας και γνωρίζοντας ότι η φορολόγηση των επαρχιακών μητροπόλεών μας θα στερήσει την δυνατότητά μας να ανταποκρινόμαστε σε καθημερινά αιτήματα για βοήθεια που φθάνουν στα γραφεία μας, ζητώ κι εγώ –όπως ο σεβ. Μεσογαίας κ. Νικόλαος- την διακοπή πλήρως της μισθοδοσίας μου η οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.054 ευρώ.

Επαναφέρω πρόσφατη πρότασή μου να χαρίσει η Εκκλησία μας στο Κράτος όλες τις μετοχές που έχει στην ΕΤΕ. Ο λαός μας και οι μητροπόλεις μας απ’ αυτό δεν θα βλαφτούν, όπως εξάλλου και δεν οφελούνται, κι εμείς θα βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ρετσινιά.

Η φορολογία, όμως, των μητροπόλεών μας θα αποβεί σε βάρος του λαού μας. Η παρακράτηση της ιδικής μας μισθοδοσίας, είθε να συμβάλλει στην ανόρθωση των οικονομικών του κράτους μας.


newsdesk Amen.gr με πληροφορίες από ανακοινωθέν της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Συνέντευξη Γλέζου

* Κατηγορήθηκε ο πρόεδρος του ελληνικού κοινοβουλίου διότι κάλεσε τον Γερμανό πρεσβευτή και διαμαρτυρήθηκε για το δημοσίευμα του Focus. Ποια η δική σας γνώμη;
Ποιος θα παραγράψει το κατοχικό δάνειο; Η Ελλάδα δανείζεται από το 1828 ώς σήμερα. Της χάρισε κάποιος έστω και ένα από τα δάνεια που συνήψε;
Πολύ καλά έκανε ο Φίλιππος Πετσάλνικος. Δηλαδή ο υβριστής έχει το δικαίωμα να υβρίζει και να χλευάζει και ο υβριζόμενος δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και να απαντήσει στα ψεύδη και τις συκοφαντίες;
* Γιατί, όμως, είναι προσβλητικό το δημοσίευμα;
Δεν είναι μόνο προσβλητικό, αλλά και διαστρεβλωτικό και συκοφαντικό. Και να γιατί:
Πρώτον: Οι Γερμανοί είναι αυτοί που επιμένουν να παραλάβουμε τα ελαττωματικά υποβρύχιά τους και όχι οι Έλληνες που αντιστέκονται.
Δεύτερον: Αν ορισμένοι Έλληνες πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι και δέχονται τις δωροδοκίες της Siemens, το ίδιο είναι και οι Γερμανοί διαφθορείς, που διέφθειραν πολιτικούς σε είκοσι χώρες.
Τρίτον: Οι Έλληνες αγωνίστηκαν εναντίον των ναζί στην κατοχή και η συμβολή τους στην ήττα του ναζισμού υπήρξε καθοριστική. Το γεγονός ότι η Γερμανία σήμερα δεν βρίσκεται κάτω από ναζιστικό καθεστώς οφείλεται, σε έναν βαθμό, στον αγώνα του ελληνικού λαού. Όταν ούτε αυτό δεν αναγνωρίζεται, υποδηλώνει όχι μόνο αγνωμοσύνη, αλλά την πολιτιστική βαθμίδα στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Ας κριθεί, συνεπώς, ποιοι είναι οι "απατεώνες" που αναφέρει το Focus.
Τέταρτον: Ο γερμανικός στρατός στην κατοχή κατέστρεψε την οικονομική υποδομή της Ελλάδας και αφάνισε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες με την πείνα, τα ολοκαυτώματα και τις εκτελέσεις.
Όταν αυτά αποσιωπούνται και δεν αναγνωρίζονται από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας, καθώς και η υποχρέωσή τους να πληρώσουν για όσα διέπραξαν εις βάρος της Ελλάδας, τότε ποιος κρύβει την αλήθεια, ποιος τη διαστρεβλώνει και ποιος υπηρετεί το δίκαιο και ποιος το καταπατεί.
* Τι ακριβώς οφείλουν οι Γερμανοί;
Οι υποχρεώσεις της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα είναι οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και οφειλές προς τους Έλληνες πολίτες. Συγκεκριμένα, είναι:
1. Οι επανορθώσεις για τις καταστροφές προς το Δημόσιο, ύψους 7 δισ. 100 εκατομμυρίων δολαρίων (αγοραστικής αξίας 1938). Υπολογίζονται σε 108 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους.
2. Το Κατοχικό Δάνειο, ύψους 3 δισ. 500 εκατομμυρίων δολαρίων (αγοραστικής αξίας 1938). Υπολογίζεται σήμερα στα 40 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους.
3. Οι αρχαιολογικοί θησαυροί που άρπαξαν από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και δεν μας τους έχουν επιστρέψει.
4. Οι αποζημιώσεις προς τους Έλληνες πολίτες για τις κατασχέσεις και καταστροφές των περιουσιών τους, καθώς και για τη σφαγή των συγγενών τους.
* Γιατί δεν κατεβλήθησαν οι οφειλές της Γερμανίας έως σήμερα;
Οι Έλληνες αντιστασιακοί τα ζητήσαμε από το 1945, μόλις η Διασυμμαχική Επιτροπή συνήλθε στο Παρίσι και καταλόγισε τις επανορθώσεις που πρέπει να πληρώσουν η Γερμανία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.
Η Ιταλία πλήρωσε από τότε το ποσό που καταλογίστηκε.
Το ίδιο και η Βουλγαρία, όταν αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα μας το 1965.
Η Γερμανία αυτοεξαιρείται. Στην αρχή πρόβαλε το θέμα ότι δεν μπορεί να καταβληθούν επανορθώσεις με διαχωρισμένη τη Γερμανία. Αποφάσισαν τότε οι τέσσερις σύμμαχοι (ΗΠΑ - Αγγλία - Γαλλία - ΕΣΣΔ) μαζί με τις δύο Γερμανίες (Δυτική και Ανατολική) ότι μόνον όταν ενοποιηθούν οι δύο Γερμανίες, τότε η ενιαία Γερμανία θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Η ενοποίηση της Γερμανίας επήλθε το 1990, αλλά "όσο θέλεις βρόντα στου κουφού την πόρτα". Η Γερμανία αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αυτοεξαιρείται. Αλλά και οι ελληνικές κυβερνήσεις δηλώνουν: "Δεν παραιτούμεθα των αξιώσεών μας". Όμως δεν προβαίνουν σε καμία απολύτως ενέργεια διεκδίκησης των αξιώσεών μας.
* Οι Γερμανοί, όμως, ισχυρίζονται πως δεν μας οφείλουν τίποτε, διότι το 1960 μας έδωσαν 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα.
Όντως, μας έδωσαν αυτό το ποσό, το οποίο αφορούσε ειδικής κατηγορίας θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, για να... απελευθερώσουμε τον Μέρτεν που είχε καταδικάσει η ελληνική Δικαιοσύνη και που βρισκόταν στις φυλακές Αβέρωφ κρατούμενος. Η αισχρή αυτή συμφωνία της 21ης Σεπτεμβρίου 1961, που τότε πιέστηκε ο Έλληνας πρεσβευτής Θ. Υψηλάντης στη Βόννη να αποδεχθεί, έχει τη δική του ρητή σημείωση ότι μ' αυτά τα χρήματα δεν εξοφλούνται οι υποχρεώσεις της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Συνεπώς τα 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα δεν διαγράφουν ούτε το αναγκαστικό δάνειο ούτε τις επανορθώσεις ούτε τους αρχαιολογικούς θησαυρούς ούτε τις αποζημιώσεις των θυμάτων και τα 89 ολοκαυτώματα της ναζιστικής θηριωδίας.
* Ισχυρίζονται, όμως, ότι αποζημίωσαν και τους ομήρους που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα.
Κι αυτά τα ποσά, τα οποία έδωσαν, όχι μόνο στους Έλληνες, αλλά σε όλους τους ομήρους της Ευρώπης που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα, δεν διαγράφουν ούτε τις επανορθώσεις ούτε το αναγκαστικό δάνειο ούτε τους αρχαιολογικούς θησαυρούς ούτε τις αποζημιώσεις των θυμάτων ούτε τα 89 μαρτυρικά χωριά και πόλεις - ολοκαυτώματα της ναζιστικής θηριωδίας.
* Μήπως, όμως, έχουν, με το πέρασμα του χρόνου, παραγραφεί αυτές οι αξιώσεις;
Πώς είναι δυνατόν να παραγραφούν; Τα εγκλήματα, κατ' αρχήν, εναντίον της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Δηλαδή ποιος θα παραγράψει τη ληστεία των αρχαιολογικών μουσείων και χώρων; Ποιος θα παραγράψει το κατοχικό δάνειο; Η Ελλάδα δανείζεται από το 1828 ώς σήμερα. Της χάρισε κάποιος έστω και ένα από τα δάνεια που συνήψε; Κι αν παραγραφούν οι επανορθώσεις, τότε η Ιταλία και η Βουλγαρία θα ζητήσουν να πάρουν πίσω τις δικές τους επανορθώσεις; Τίποτε, συνεπώς, δεν έχει παραγραφεί και όλες οι οφειλές είναι απαιτητητές και από πλευράς ηθικής, αλλά και δικαίου, αλλά και από νομικής πλευράς.
* Οι ελληνικές κυβερνήσεις τι κάνουν;
Όπως σας είπα, δηλώνουν: "Δεν παραιτούμεθα των αξιώσεών μας". Δεν παραιτούνται, αλλά και δεν αξιώνουν, δεν διεκδικούν τίποτε.
* Μερικοί ισχυρίζονται: "Περασμένα ξεχασμένα". Εσείς γιατί επιμένετε;
Πρώτον: Ως εγγύηση ότι στο μέλλον δεν θα επαναληφθούν παρόμοια εγκλήματα.
Δεύτερον: Για λόγους δικαίου. Το δίκαιο δεν πρέπει να πνιγεί από την αδικία.
Τρίτον: Για λόγους ηθικής. Δεν μπορεί να αυτοεξαιρείται η Γερμανία και να έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους η Ιταλία και η Βουλγαρία.
Τέταρτον: Διότι πρέπει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας να αποσβένονται με έμπρακτες αποδείξεις, με επανορθώσεις, όχι με συγγνώμες.
Πέμπτον: Διότι, επιτέλους, πρέπει να αναγνωριστεί η συμβολή του ελληνικού λαού στην ήττα του ναζισμού. Περισσότερο απ' όλους οι Γερμανοί οφείλουν να το αποδείξουν εμπράκτως με την εξόφληση των οφειλών τους, διότι δεν ζουν σήμερα κάτω από ναζιστικό καθεστώς.
* Μήπως, όμως, πουν μερικοί: Ζητάτε αυτά τα ποσά για να καλυφθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα του ελληνικού προϋπολογισμού.
Σε καμία περίπτωση. Όποιοι δημιούργησαν τα ελλείμματα να βρουν τον τρόπο και να τα καλύψουν. Τα χρήματα που οφείλουν οι Γερμανοί είναι ιερά και πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αποκατάσταση χωριών και πόλεων που έγιναν ολοκαυτώματα, για μουσεία, για επιμόρφωση της ελληνικής νεολαίας, για αποζημιώσεις των θυμάτων, για έργα πολιτισμού.
* Μήπως όλο αυτό το παρελθόν που έρχεται στο φως αναμοχλεύει τα μίση και δεν βοηθά στην αποκατάσταση φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Γερμανίας;
Τον Μάιο του 1995 είχα κληθεί στο Αννόβερο της Γερμανίας, προσκεκλημένος από φίλους μου Γερμανούς, για μια σειρά εκδηλώσεων με διάφορα θέματα. Μια βραδιά ήταν αφιερωμένη στις οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Στην ομιλία μου προς τους Γερμανούς, τόνισα:
"Ο αγώνας που ξεκινήσαμε, με την ενοποίηση της Γερμανίας, από το 1991, δεν ξεχνάει τη φιλία που πρέπει να εδραιωθεί ανάμεσα στους λαούς μας. Γι' αυτό προτείνω όπως ένα μέρος από τα οφειλόμενα ποσά διατεθεί προς επιμόρφωση Ελλήνων επιστημόνων στη Γερμανία. Μ' αυτόν τον τρόπο θα αναπτυχθεί και θα εδραιωθεί η φιλία ανάμεσα στους δύο λαούς". Οι Γερμανοί εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ, ώστε η εφημερίδα Die Zeit μού ζήτησε άρθρο, το οποίο και δημοσίευσε, σχετικά με το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας.
Κίνητρό μας, συνεπώς, δεν είναι η εκδίκηση. Επιδιώκουμε τη φιλία ανάμεσα στους δύο λαούς, βασισμένη όμως στην ισοτιμία, τη λογική και το δίκαιο. Γι' αυτό και δεν επαιτούμε, αλλά απαιτούμε η Γερμανία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να μην προσπαθεί, με διάφορες προφάσεις, να ξεφύγει από το οφειλόμενο, απέναντι στην Ιστορία, πια, χρέος της. Ακόμη και ένα μάρκο να όφειλε, έπρεπε να πληρώσει, και τον ίδιο αγώνα επίσης θα κάναμε αν ήταν το χρέος και μόνο ένα ευρώ.