Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Αναστάσιμος ρεαλισμός, του Χρήστου Γιανναρά

Αν υπάρχει ένα «σκάνδαλο» με τον Χριστιανισμό, είναι ότι συνιστά πρόταση για λίγους. Τόσο (ή και περισσότερο) δυσπρόσιτη πρόταση όσο και η Τέχνη ή ο έρωτας.
Οι πολλοί «θαυμάζουν» και «συγκινούνται» με την Τέχνη καταναλώνοντας επιδερμικές αισθητικές ευχαριστήσεις – ελάχιστοι κατορθώνουν να γευτούν τη γλώσσα των αποκαλύψεων, που είναι το κάλλος. Οι πολλοί φαντάζονται ή αυθυποβάλλονται ότι «ζουν» και «γνωρίζουν» τον έρωτα, επειδή συνεπαίρνονται από την έλξη, την υποσχετική ηδονής, που τους ασκεί μια επιπόλαιη στη ζωή τους παρουσία – ελάχιστοι φτάνουν στην ψηλάφηση της ελευθερίας από το εγώ, που είναι ο έρωτας.
Το ίδιο και με τον Χριστιανισμό: Οι συντριπτικά πολλοί τον λογαριάζουν για «θρησκεία», μιαν από τις πολλές, έστω την καλύτερη. Θρησκεία ιδεολογικών (αναπόδεικτων) βεβαιοτήτων και απρόσιτων σε εμπειρική επαλήθευση υποσχέσεων. Τις βεβαιότητες και τις υποσχέσεις τις «λανσάρουν» επαγγελματικά στελέχη, όπως σε κάθε ιδεολογία. Η γλώσσα τους είναι τόσο ξύλινη, τόσο άσχετη με την πραγματική ζωή και τη χαρά της ζωής, ώστε ακόμα και οι ίδιοι αναζητούν ελκυστικότερα υποκατάστατα: καταφεύγουν στην απολογητική της πρακτικής ωφελιμότητας που έχει για τη συλλογικότητα η θρησκεία. Ετσι, οι κορυφαίοι των επαγγελματικών στελεχών μιλάνε συνεχώς για τις επιδόσεις τους σε «φιλανθρωπικά έργα», για οικοδομικές δραστηριότητες δημιουργίας «κοινωφελών ιδρυμάτων» – συναγωνίζονται το υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας, για να αποδείξουν πόσο κοινωνικά χρήσιμη είναι η θρησκεία.
Ευτυχώς, οι συντριπτικά πολλοί δεν έχουν ακόμα κατορθώσει να καταργήσουν τον πυρήνα της πρότασης του Χριστιανισμού: το εκκλησιαστικό γεγονός, ως λαϊκό σώμα σύναξης λειτουργικής. Το έχουν αλλοτριώσει στο έπακρο, το έχουν παραμορφώσει, ονομάζουν «Εκκλησία» την ιδρυματική γραφειοκρατία και διοίκηση. Αλλά δεν έχουν ακόμα καταργήσει την πραγμάτωση του εκκλησιαστικού γεγονότος ούτε τη φανέρωσή του στη γλώσσα είκοσι αιώνων λατρείας. Ετσι, κάποιοι λίγοι, ίσως ελάχιστοι, μπορούν ακόμα να ψηλαφούν στο «Χριστός Ανέστη» κάτι από το πανηγύρι της χαράς για τον θάνατο που «πατείται θανάτω», για το Πάσχα - πέρασμα από το παράλογο της ύπαρξης στην ερωτική πληρότητα της ύπαρξης. Αδιάφορο αν τα διαγγέλματα των επαγγελματικών στελεχών συνεχίζουν να αναπαράγουν την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογίας.
Φέτος, κεντρικό θέμα των πολλών, σε μέρες εόρτιες, είναι, αν θα φορολογηθεί από το κράτος η «Εκκλησία». Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών δήλωσε («Κ» 23/3/2010) ότι «η Εκκλησία πάντοτε προσφέρει... πρόσφερε στο παρελθόν και θα προσφέρει πάλι... δεν αρνούμεθα τη φορολόγηση... θα δώσουμε ό,τι μπορούμε, αλλά όχι με αυθαιρεσίες, περιμένουμε τον διάλογο με την απέναντι πλευρά». Είναι περισσότερο από φανερό, πως όταν ο γλυκύτατος αυτός άνθρωπος μιλάει για «Εκκλησία» αναφέρεται σε νομικό καθίδρυμα υπηρετικό των «θρησκευτικών αναγκών» του «λαού», των πολλών. Και αυτονόητα το καθίδρυμα ταυτίζεται με τους διοικητικούς του ηγήτορες – «εμείς, δηλαδή η Εκκλησία», λέει ο αρχιεπίσκοπος, «θέλουμε διάλογο».
Αν όμως Εκκλησία είναι το λαϊκό σώμα των βαφτισμένων, (αν στην Εκκλησία ανήκουμε όχι επειδή επιλέξαμε «απόψεις», αλλά με τον έμπρακτο καταγωγικό εγκεντρισμό μας στη σάρκα της Παράδοσης του λαού μας), τότε και η «απέναντι πλευρά», κάθε «απέναντι πλευρά», είναι εξ ίσου Εκκλησία όσο και ο αρχιεπίσκοπος. Αρα δεν υπάρχει περιθώριο να παζαρέψει φορολόγηση με «διάλογο» εξισορρόπησης εξουσιαστικών συμφερόντων. Αν η Εκκλησία δεν είναι το ιερατείο και διοικητικός μηχανισμός «επικρατούσας θρησκείας», δεν είναι το άθροισμα των ιδεολογικά συντονισμένων σε κοινές «πεποιθήσεις», τότε και η «περιουσία» της Εκκλησίας δεν είναι κτήμα των «παπάδων» ή κάποιου Βατικανού. Είναι θησαύρισμα κοινοκτημοσύνης, κατόρθωμα λαϊκής αντίστασης στην παμφαγία των πολιτικών μας τυράννων, ανήκει στο λαϊκό σώμα ενορίας, επισκοπής, μοναστικής κοινότητας.
Αλλά «σώμα» ενορίας, επισκοπής, μοναστικής κοινότητας προϋποθέτει άθλημα κοινών εμπειρικών ψηλαφήσεων: Μόνο η εμπειρία της αυθυπερβατικής «σχέσης» (όχι η θνητή ικανότητα του cogito) μπορεί να μεταγγίσει ελπίδα ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος φανερώνοντας την ελευθερία του από κάθε προκαθορισμό θεότητας, και ανέστη εκ νεκρών ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό ανθρωπότητας. Οτι ο «τρόπος» αυτής της υπαρκτικής ελευθερίας είναι η ερωτική (πάντα σταυρική) αυταπάρνηση: η αποδοχή του θανάτου της ατομικής ιδιοτέλειας, που μεταθέτει την ύπαρξη στην αγαπητική σχέση αθανατίζοντας την πάντοτε αναφορική ετερότητα του «προσώπου».
Κυριακή των Βαΐων βράδυ, μιλούσε ο αρχιεπίσκοπος σε τηλεοπτική συνέντευξη: Για τη διοίκηση που τόσο τον κουράζει και τον κάνει να λαχταράει την απόσυρση στα βιβλία του και στα γραψίματά του. Αλλά δεν αποσύρεται, γιατί θέλει να φτιάξει τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που ονειρεύεται: για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά, για την προστασία παιδιών με αναπηρίες. Και προέκυπτε εύλογη η απορία: γιατί έβαλε υποψηφιότητα για αρχιεπίσκοπος και όχι για πρόεδρος της UNESCO ή του ΠΙΚΠΑ, αφού δεν έχει ούτε μια λέξη να πει για το νόημα της ζωής και το αίνιγμα του θανάτου, τίποτα για τον σταυρό και την ανάσταση; Σε τι διαφέρει η αγαθοεργία της Αρχιεπισκοπής από τις δραστηριότητες της UNESCO ή του ΠΙΚΠΑ, αν δεν είναι φανέρωση και μήνυμα ελπίδας για νίκη καταπάνω στον θάνατο;
Ακουγε ο τηλεθεατής το θλιβερό περιαυτολογικό curriculum και συνειδητοποιούσε, σε ποια ορφάνια είναι βυθισμένη η Εκκλησία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών δεκαετίες τώρα, ποια μοναξιά και εγκατάλειψη βιώνει ο εφημεριακός κλήρος αποκλεισμένος από κάθε σχέση με «πατέρα» και «ποιμένα» επίσκοπο. Οταν η διακονία της «πατρότητας» εκλαμβάνεται σαν διοίκηση και τη μαρτυρία της Ανάστασης υποκαθιστούν κοινωφελή ιδρύματα, τι πιο φυσικό το εκκλησιαστικό έργο να έχει εγκαταλειφθεί στις εισπρακτικές μονομανίες εξ επαρχίας αρχιλογιστή που έχει πια και την ισχύ να επιτιμά με δημόσιες δηλώσεις επισκόπους.
Ο ένας μετά τον άλλον οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και πάσης Ελλάδος είναι άνθρωποι αξιοσυμπάθητοι, ο καθένας με τα δικά του χαρίσματα. Και διαιωνίζουν το κενό της πατρότητας και της αναστάσιμης μαρτυρίας. Με αντικειμενικά μέτρα είναι μια πραγματικότητα θανάτου. Ισως για τους λίγους έμπειρους του εκκλησιαστικού γεγονότος η αγαπητική αποδοχή και αυτού του θανάτου να είναι ο «τρόπος» της αναστάσιμης ελευθερίας.
πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_03/04/2010_1291379

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως: "Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ"

Δεν με ενδιαφέρει να αποστομώσω όσους με κατηγόρησαν για λαϊκισμό, κρίνοντας έτσι την απόφασή μου να αποποιηθώ τον μισθό μου, αλλά οφείλω να εξηγηθώ στους αδερφούς μου που φαντάστηκαν ότι διάλεξα τον τρόπο αυτό, προκειμένου να διακριθώ από εκείνους με την αλαζονεία της πτωχείας.
Η πράξη αποτελεί κραυγή αγωνίας μου σε μια κοινωνία που μας έριξε πλέον στο βούρκο της απαξίωσης. Εννοώ την ορθόδοξη ελληνική κοινωνία που δεν μας εκτιμά πια. Συγκεκριμένα, δεν εκτιμά τους επισκόπους, όχι τον «απλό παπά», όπως λέγεται και ξαναλέγεται.
Δεν το καταλαβαίνουμε ότι το ειδικό μας βάρος έχασε την πυκνότητά του; Θα τολμούσαμε να ρωτήσουμε, τι σημαίνει για τον Έλληνα του σήμερα, ο επίσκοπος ως πνευματικός θεσμός;
Δεν αισθανόμαστε ότι το πέρασμά μας αφήνει πίσω μας ένα συγκαταβατικό μειδίαμα; Είμαστε, όπως έλεγε ο Κλεμανσώ, σαν τον προστάτη ή σαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όταν είναι ήσυχοι, κανείς δεν ασχολείται μ' αυτούς, όταν αρχίσουν να δημιουργούν προβλήματα, επιβάλλεται η αφαίρεσή τους.
Δεν βιώνουμε ότι οι χριστιανοί μας έρχονται στα γραφεία μας μόνο για διορισμούς ή μεταθέσεις; Συγγνώμη! έρχονται και για οικονομικά βοηθήματα, αφού είμαστε κάτοχοι αμύθητης περιουσίας! Κι όταν φύγουν από μας, επισκέπτονται χαρισματικούς φορείς για τα πνευματικά τους θέματα.
Δεν αφουγκραζόμαστε ότι μας βλέπουν σαν αναπόσπαστο μέρος του διεφθαρμένου κράτους καθώς συναγελαζόμαστε με άρχοντες και μεγιστάνες και κατά συνέπεια θεωρούμαστε συμμέτοχοι των πράξεών τους;
Δεν βαρεθήκαμε να «το παίζουμε» προϊστάμενοι ΝΠΔΔ και να προεδρεύουμε σε Δ.Σ., εκτιθέμενοι σε διενέργεια πλειοδοτικών-μειοδοτικών διαγωνισμών κ.λ.π. και χωρίς να διαθέτουμε καμία απολύτως εξειδίκευση πάνω σ' αυτά;
Δεν διαπιστώνουμε στα μάτια των επίσημων συνομιλητών μας την ανοχή και στα μάτια των απλών ανθρώπων την υποψία;
Δεν εισπράττουμε από πολλούς, ότι θα προτιμούσαν να απουσιάζαμε από τη ζωή τους, μα, αν αυτό είναι αδύνατο, ας περιοριζόμαστε στο διακριτό μας ρόλο;
Δεν νιώθουμε ότι είμαστε αναγκαίοι μεν, αλλά λιγώτερο ενδιαφέροντες απ' όσο νομίζουμε;
Δίπλα μας υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος νέων επιστημόνων, τεχνοκρατών, ανερχόμενων επιχειρηματιών, που δεν έχουν και δεν θέλουν να έχουν καμμιά σχέση με μας;Δεν ζούμε το θεολογικό και κοινωνικό επίπεδο του κλήρου μας;
Δεν αντιληφθήκαμε τον σκεπτικισμό που διακατέχει τους νέους γονείς όταν αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο να μας πλησιάσουν τα παιδιά τους, στο ιερό βήμα, στα κατηχητικά, στις κατασκηνώσεις;
Δεν μας προβληματίζει η εικόνα των μουχλιασμένων ενοριακών κέντρων αλλά και των θλιμμένων κατηχητικών σχολείων μας;
Δεν οσφριζόμαστε ότι η συμβολή μας στις τοπικές κοινωνίες είναι μόνο πολιτιστική και κοινωνική; Το πρώτο ερμηνεύεται σαν συντήρηση της σκουριασμένης Παράδοσης, εξαντλήθηκε όμως η θεματολογία μας, συγκινεί μόνο όσους αναπολούν τα νειάτα τους, μα, αφήνει παγερά αδιάφορες τις νέες γενιές. Το δεύτερο, η πολυδιαφημισμένη κοινωνική μας παρέμβαση, που μας καθιστούσε, μέχρι τώρα, αναγκαίο δεκανίκι του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας, αρχίζει πλέον να εκτοπίζεται από την εισβολή στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που κοστίζει μεν αλλά έχει επαγγελματισμό.
Δεν μας ενοχλεί που στη Χώρα του 95% των Ορθοδόξων, δεν ζητείται ποτέ η γνώμη μας, για κανένα πνευματικό ζήτημα; Κι όταν η γνώμη μας αυθαίρετα εκφωνείται, τότε δεν θυμόμαστε, ότι την πληρώνουμε ακριβά με δημοσιοποίηση σκανδάλων μας;
Δεν παρακολουθούμε ότι στον μεγάλο παιδαγωγό του λαού μας, εννοώ την δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση, ως πνευματικοί άνθρωποι εμφανίζονται οι καλλιτέχνες; Κληρικοί προσκαλούνται για να ανεβάσουν το θερμόμετρο σε τηλεοπτικά παράθυρα κι όχι σε σοβαρούς ολιγομελείς διαλόγους.
Δεν μας θίγει η παρωδία του συν-εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας και των συμβουλών που μας παρέχουν οι πολιτικοί μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών; Και όταν έρθει η ώρα της φορολογίας, μας αντιμετωπίζουν σαν Εταιρεία.Δηλαδή, πέρασαν 2000 χρόνια δεν τους δώσαμε ακόμα να καταλάβουν τί είναι η Εκκλησία!
Δεν διαβλέπουμε ότι η ελληνική κοινωνία, αργά αλλά σταθερά, ύπουλα, σιωπηλά αλλά μεθοδικά, αποχριστιανοποιείται; Και 'μεις μένουμε στους ναούς με γέρους και γριές, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι επηρεάζουμε το εκλογικό σώμα;
Δεν πάει ο νους μας στο ότι με τις σημερινές στατιστικές σταθερές, με τα κομπιούτερς αλλά και τις μισάνθρωπες ανώνυμες πληροφορίες μας, οι ενδιαφερόμενοι, γνωρίζουν για μας περισσότερα οικονομικά και εσωτερικά μας, απ' όσα φανταζόμαστε;
Δεν πληροφορηθήκαμε ότι τα δημοσιογραφικά συρτάρια είναι γεμάτα από λιβελλογραφήματα και φωτογραφίες, έτοιμα να συγκροτήσουν εκπομπές για να μας φιμώσουν όταν ο λόγος μας βλάπτει ή να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από ακανθώδη προβλήματά της; Ποιός από μας δεν άκουσε την φράση: «τα εκκλησιαστικά πουλάνε»; Μέχρι πότε θα είμαστε το μαξιλαράκι που θα απορροφά τους κραδασμούς των κυβερνητικών αδιεξόδων;
Δεν διακριβώνουμε την ειδοποιό διαφορά: μέχρι πρόσφατα απειλούμαστε με χωρισμό από την Πολιτεία, ενώ τώρα το ζήτημα τίθεται ως «επαναπροσδιορισμός» των σχέσεών μας;
Εξοβελίστηκε η παρέμβασή μας στην δημόσια Εκπαίδευση, καταστρέψαμε την εκκλησιαστική μας Εκπαίδευση, χάσαμε το Νοσοκομείο των Κληρικών που διαθέταμε, διαβλήθηκε η ηθική μας υπόσταση, αμφισβητήθηκε η διαχειριστική μας εντιμότητα, περιπαίχθηκε ο προβληματισμός μας για τα εθνικά ζητήματα, πολεμείται η κοινωνική μας δραστηριότητα, σκανδαλίζουν τα άμφιά μας, συζητιούνται τα αυτοκίνητά μας, διατρανώθηκε ο δεσποτισμός μας έναντι των «απλών και αδύναμων παπάδων» μας.
Δεν τα ζήσαμε όλα αυτά; Δεν τα είδαμε; Δεν τα βλέπουμε;
Τί απαντήσαμε σ' όλες αυτές τις μάχες που βιώνουμε; Πώς απαντήσαμε στα λάθη που πράξαμε;
Με την εμμονή μας στην σκουριά της Παράδοσης (Τυπικό, μετάφραση λειτουργικών κειμένων, ράσα), με την αδυναμία μας να αποτινάξουμε τον βυζαντινισμό (μίτρες, λιτανείες, ξύλινη γλώσσα, ραγδαίες υποκλίσεις, ατέλειωτα χειροφιλήματα, φήμες, προσφωνήσεις), με την φοβία μας να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια την ανθρωπότητά μας (φτάσαμε να μιλήσουμε οι ίδιοι για «κάθαρση»της Εκκλησίας μας).
Όλα αυτά αποδεικνύουν την δειλία μας να δοκιμάσουμε το βιώσιμο του Ευαγγελίου στο σήμερα και το εφικτό, της κατά Χριστόν ζωής.Όλα αυτά αποδεικνύουν την απιστία μας στη δραστικότητα της Πίστεως.
Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος, όχι θράσος. Προσεκτικότητα, όχι προκλητικότητα. Αποφασιστικότητα, όχι σπασμωδικότητα.
Η αποποίηση του μισθού, πραγματική ή συμβολική, είναι ο διστακτικός, μοναχικός ανήφορος που θα μπορούσε να οδηγήσει σ' ένα ξέφωτο αυτοπεποίθησης, απελευθέρωσης, αυτάρκειας, πληρότητας και εκκλησιαστικής μαρτυρίας.
Είναι αυτά που σαν όραμα τα χρειάζεται ο λαός μας σήμερα, προκειμένου να νιώσει, γιατί του είναι χρήσιμη η Εκκλησία του!

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Απάντηση Μεσογαίας με Μακρυγιάννη

Η τοιαύτη αδικία κάμνει σήμερον πολλοὺς Έλληνας να αγανακτούν εναντίον της πατρίδος, οπού εδοκίμασαν τόσους αγώνας, και να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρόν χειρότερον από τον Τούρκον.

Εγώ όμως, Υψηλή Αντιβασιλεία, δεν είμαι άδικος, αλλά ως ευαίσθητος εις την δυστυχίαν τόσων αγωνιστών, παρακινούμαι να φανερώσω την αδικίαν προς την κυβέρνησίν μου, την οποίαν μετά Θεόν σέβομαι και τιμώ και αγαπώ, καθώς χρεωστεί να κάμνη κάθε άνθρωπος αφωσιωμένος εις την πατρίδα του.

Αν η πατρίς μας είναι πτωχή, διατί ημείς μερικοί Έλληνες να παίρνωμεν από χίλιες δραχμές και κάτω τον μήνα, οι δε συνάδελφοί μας να ψωμοζητούν και να περιπατούν γυμνοί και ξυπόλητοι;

Δια την τιμήν και υπόληψιν της πατρίδος και του Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον να κόψωμεν ένα μέρος από τον μισθόν μας, δια να δοθή και εις αυτούς τους δυστυχείς.

Εγώ, όταν επληγώθην εις τους Μύλους του Ναυπλίου, έλαβα δώρον από την πατρίδα μου, το οποίον είναι περίπου εκατόν πενήντα δραχμάς τον μήνα· τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαίον μισθόν, δηλαδή σχεδὸν τριακόσιας εβδομήκοντα δραχμάς.

Όθεν εγώ πρώτος παρακαλώ την Αντιβασιλείαν να διατάξη να κοπή αυτός ο μισθός μου όλος, εως ότου η Κυβέρνησις να λάβη καιρόν να ευθετήση τα πράγματα και να τα θεραπεύση κατά το καλύτερον, και να με δοθούν πάλιν κατά μήνα αι εκατόν πενήντα δραχμαί εκείναι, καθώς εξ αρχής μ΄ έκρινεν άξιον η πατρίς μου· ο δε μισθος μου ας δοθή εις άλλους δυστυχεῖς συναγωνιστάς μου, των οποίων η γύμνωσις και απελπισία, μα την πατρίδα μου και μα τον Βασιλεά μου, δεν μ΄ αφήνει να κοιμηθώ ησύχως όλην την νύχτα.

Εν Άθήναις τη 15 Δεκεμβρίου 1834

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010




Αλεξανδρουπόλεως: Να χαρίσουμε στο Κράτος τις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας


Να χαρίσει η Εκκλησία στο Κράτος τις μετοχές της στην Εθνική Τράπεζα "για να βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ρετσινιά" ζητάει με δήλωση του ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος ο οποίος, όπως και ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, κάνει γνωστό ότι παραιτείται από την μισθοδοσία του.

Ακολουθεί η δήλωση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμου:

Ανταποκρινόμενος στις ανάγκες της Πατρίδος μας και γνωρίζοντας ότι η φορολόγηση των επαρχιακών μητροπόλεών μας θα στερήσει την δυνατότητά μας να ανταποκρινόμαστε σε καθημερινά αιτήματα για βοήθεια που φθάνουν στα γραφεία μας, ζητώ κι εγώ –όπως ο σεβ. Μεσογαίας κ. Νικόλαος- την διακοπή πλήρως της μισθοδοσίας μου η οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.054 ευρώ.

Επαναφέρω πρόσφατη πρότασή μου να χαρίσει η Εκκλησία μας στο Κράτος όλες τις μετοχές που έχει στην ΕΤΕ. Ο λαός μας και οι μητροπόλεις μας απ’ αυτό δεν θα βλαφτούν, όπως εξάλλου και δεν οφελούνται, κι εμείς θα βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ρετσινιά.

Η φορολογία, όμως, των μητροπόλεών μας θα αποβεί σε βάρος του λαού μας. Η παρακράτηση της ιδικής μας μισθοδοσίας, είθε να συμβάλλει στην ανόρθωση των οικονομικών του κράτους μας.


newsdesk Amen.gr με πληροφορίες από ανακοινωθέν της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Συνέντευξη Γλέζου

* Κατηγορήθηκε ο πρόεδρος του ελληνικού κοινοβουλίου διότι κάλεσε τον Γερμανό πρεσβευτή και διαμαρτυρήθηκε για το δημοσίευμα του Focus. Ποια η δική σας γνώμη;
Ποιος θα παραγράψει το κατοχικό δάνειο; Η Ελλάδα δανείζεται από το 1828 ώς σήμερα. Της χάρισε κάποιος έστω και ένα από τα δάνεια που συνήψε;
Πολύ καλά έκανε ο Φίλιππος Πετσάλνικος. Δηλαδή ο υβριστής έχει το δικαίωμα να υβρίζει και να χλευάζει και ο υβριζόμενος δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και να απαντήσει στα ψεύδη και τις συκοφαντίες;
* Γιατί, όμως, είναι προσβλητικό το δημοσίευμα;
Δεν είναι μόνο προσβλητικό, αλλά και διαστρεβλωτικό και συκοφαντικό. Και να γιατί:
Πρώτον: Οι Γερμανοί είναι αυτοί που επιμένουν να παραλάβουμε τα ελαττωματικά υποβρύχιά τους και όχι οι Έλληνες που αντιστέκονται.
Δεύτερον: Αν ορισμένοι Έλληνες πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι και δέχονται τις δωροδοκίες της Siemens, το ίδιο είναι και οι Γερμανοί διαφθορείς, που διέφθειραν πολιτικούς σε είκοσι χώρες.
Τρίτον: Οι Έλληνες αγωνίστηκαν εναντίον των ναζί στην κατοχή και η συμβολή τους στην ήττα του ναζισμού υπήρξε καθοριστική. Το γεγονός ότι η Γερμανία σήμερα δεν βρίσκεται κάτω από ναζιστικό καθεστώς οφείλεται, σε έναν βαθμό, στον αγώνα του ελληνικού λαού. Όταν ούτε αυτό δεν αναγνωρίζεται, υποδηλώνει όχι μόνο αγνωμοσύνη, αλλά την πολιτιστική βαθμίδα στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Ας κριθεί, συνεπώς, ποιοι είναι οι "απατεώνες" που αναφέρει το Focus.
Τέταρτον: Ο γερμανικός στρατός στην κατοχή κατέστρεψε την οικονομική υποδομή της Ελλάδας και αφάνισε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες με την πείνα, τα ολοκαυτώματα και τις εκτελέσεις.
Όταν αυτά αποσιωπούνται και δεν αναγνωρίζονται από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας, καθώς και η υποχρέωσή τους να πληρώσουν για όσα διέπραξαν εις βάρος της Ελλάδας, τότε ποιος κρύβει την αλήθεια, ποιος τη διαστρεβλώνει και ποιος υπηρετεί το δίκαιο και ποιος το καταπατεί.
* Τι ακριβώς οφείλουν οι Γερμανοί;
Οι υποχρεώσεις της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα είναι οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και οφειλές προς τους Έλληνες πολίτες. Συγκεκριμένα, είναι:
1. Οι επανορθώσεις για τις καταστροφές προς το Δημόσιο, ύψους 7 δισ. 100 εκατομμυρίων δολαρίων (αγοραστικής αξίας 1938). Υπολογίζονται σε 108 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους.
2. Το Κατοχικό Δάνειο, ύψους 3 δισ. 500 εκατομμυρίων δολαρίων (αγοραστικής αξίας 1938). Υπολογίζεται σήμερα στα 40 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους.
3. Οι αρχαιολογικοί θησαυροί που άρπαξαν από μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και δεν μας τους έχουν επιστρέψει.
4. Οι αποζημιώσεις προς τους Έλληνες πολίτες για τις κατασχέσεις και καταστροφές των περιουσιών τους, καθώς και για τη σφαγή των συγγενών τους.
* Γιατί δεν κατεβλήθησαν οι οφειλές της Γερμανίας έως σήμερα;
Οι Έλληνες αντιστασιακοί τα ζητήσαμε από το 1945, μόλις η Διασυμμαχική Επιτροπή συνήλθε στο Παρίσι και καταλόγισε τις επανορθώσεις που πρέπει να πληρώσουν η Γερμανία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.
Η Ιταλία πλήρωσε από τότε το ποσό που καταλογίστηκε.
Το ίδιο και η Βουλγαρία, όταν αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα μας το 1965.
Η Γερμανία αυτοεξαιρείται. Στην αρχή πρόβαλε το θέμα ότι δεν μπορεί να καταβληθούν επανορθώσεις με διαχωρισμένη τη Γερμανία. Αποφάσισαν τότε οι τέσσερις σύμμαχοι (ΗΠΑ - Αγγλία - Γαλλία - ΕΣΣΔ) μαζί με τις δύο Γερμανίες (Δυτική και Ανατολική) ότι μόνον όταν ενοποιηθούν οι δύο Γερμανίες, τότε η ενιαία Γερμανία θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Η ενοποίηση της Γερμανίας επήλθε το 1990, αλλά "όσο θέλεις βρόντα στου κουφού την πόρτα". Η Γερμανία αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αυτοεξαιρείται. Αλλά και οι ελληνικές κυβερνήσεις δηλώνουν: "Δεν παραιτούμεθα των αξιώσεών μας". Όμως δεν προβαίνουν σε καμία απολύτως ενέργεια διεκδίκησης των αξιώσεών μας.
* Οι Γερμανοί, όμως, ισχυρίζονται πως δεν μας οφείλουν τίποτε, διότι το 1960 μας έδωσαν 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα.
Όντως, μας έδωσαν αυτό το ποσό, το οποίο αφορούσε ειδικής κατηγορίας θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, για να... απελευθερώσουμε τον Μέρτεν που είχε καταδικάσει η ελληνική Δικαιοσύνη και που βρισκόταν στις φυλακές Αβέρωφ κρατούμενος. Η αισχρή αυτή συμφωνία της 21ης Σεπτεμβρίου 1961, που τότε πιέστηκε ο Έλληνας πρεσβευτής Θ. Υψηλάντης στη Βόννη να αποδεχθεί, έχει τη δική του ρητή σημείωση ότι μ' αυτά τα χρήματα δεν εξοφλούνται οι υποχρεώσεις της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Συνεπώς τα 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα δεν διαγράφουν ούτε το αναγκαστικό δάνειο ούτε τις επανορθώσεις ούτε τους αρχαιολογικούς θησαυρούς ούτε τις αποζημιώσεις των θυμάτων και τα 89 ολοκαυτώματα της ναζιστικής θηριωδίας.
* Ισχυρίζονται, όμως, ότι αποζημίωσαν και τους ομήρους που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα.
Κι αυτά τα ποσά, τα οποία έδωσαν, όχι μόνο στους Έλληνες, αλλά σε όλους τους ομήρους της Ευρώπης που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα, δεν διαγράφουν ούτε τις επανορθώσεις ούτε το αναγκαστικό δάνειο ούτε τους αρχαιολογικούς θησαυρούς ούτε τις αποζημιώσεις των θυμάτων ούτε τα 89 μαρτυρικά χωριά και πόλεις - ολοκαυτώματα της ναζιστικής θηριωδίας.
* Μήπως, όμως, έχουν, με το πέρασμα του χρόνου, παραγραφεί αυτές οι αξιώσεις;
Πώς είναι δυνατόν να παραγραφούν; Τα εγκλήματα, κατ' αρχήν, εναντίον της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Δηλαδή ποιος θα παραγράψει τη ληστεία των αρχαιολογικών μουσείων και χώρων; Ποιος θα παραγράψει το κατοχικό δάνειο; Η Ελλάδα δανείζεται από το 1828 ώς σήμερα. Της χάρισε κάποιος έστω και ένα από τα δάνεια που συνήψε; Κι αν παραγραφούν οι επανορθώσεις, τότε η Ιταλία και η Βουλγαρία θα ζητήσουν να πάρουν πίσω τις δικές τους επανορθώσεις; Τίποτε, συνεπώς, δεν έχει παραγραφεί και όλες οι οφειλές είναι απαιτητητές και από πλευράς ηθικής, αλλά και δικαίου, αλλά και από νομικής πλευράς.
* Οι ελληνικές κυβερνήσεις τι κάνουν;
Όπως σας είπα, δηλώνουν: "Δεν παραιτούμεθα των αξιώσεών μας". Δεν παραιτούνται, αλλά και δεν αξιώνουν, δεν διεκδικούν τίποτε.
* Μερικοί ισχυρίζονται: "Περασμένα ξεχασμένα". Εσείς γιατί επιμένετε;
Πρώτον: Ως εγγύηση ότι στο μέλλον δεν θα επαναληφθούν παρόμοια εγκλήματα.
Δεύτερον: Για λόγους δικαίου. Το δίκαιο δεν πρέπει να πνιγεί από την αδικία.
Τρίτον: Για λόγους ηθικής. Δεν μπορεί να αυτοεξαιρείται η Γερμανία και να έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους η Ιταλία και η Βουλγαρία.
Τέταρτον: Διότι πρέπει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας να αποσβένονται με έμπρακτες αποδείξεις, με επανορθώσεις, όχι με συγγνώμες.
Πέμπτον: Διότι, επιτέλους, πρέπει να αναγνωριστεί η συμβολή του ελληνικού λαού στην ήττα του ναζισμού. Περισσότερο απ' όλους οι Γερμανοί οφείλουν να το αποδείξουν εμπράκτως με την εξόφληση των οφειλών τους, διότι δεν ζουν σήμερα κάτω από ναζιστικό καθεστώς.
* Μήπως, όμως, πουν μερικοί: Ζητάτε αυτά τα ποσά για να καλυφθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα του ελληνικού προϋπολογισμού.
Σε καμία περίπτωση. Όποιοι δημιούργησαν τα ελλείμματα να βρουν τον τρόπο και να τα καλύψουν. Τα χρήματα που οφείλουν οι Γερμανοί είναι ιερά και πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αποκατάσταση χωριών και πόλεων που έγιναν ολοκαυτώματα, για μουσεία, για επιμόρφωση της ελληνικής νεολαίας, για αποζημιώσεις των θυμάτων, για έργα πολιτισμού.
* Μήπως όλο αυτό το παρελθόν που έρχεται στο φως αναμοχλεύει τα μίση και δεν βοηθά στην αποκατάσταση φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Γερμανίας;
Τον Μάιο του 1995 είχα κληθεί στο Αννόβερο της Γερμανίας, προσκεκλημένος από φίλους μου Γερμανούς, για μια σειρά εκδηλώσεων με διάφορα θέματα. Μια βραδιά ήταν αφιερωμένη στις οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Στην ομιλία μου προς τους Γερμανούς, τόνισα:
"Ο αγώνας που ξεκινήσαμε, με την ενοποίηση της Γερμανίας, από το 1991, δεν ξεχνάει τη φιλία που πρέπει να εδραιωθεί ανάμεσα στους λαούς μας. Γι' αυτό προτείνω όπως ένα μέρος από τα οφειλόμενα ποσά διατεθεί προς επιμόρφωση Ελλήνων επιστημόνων στη Γερμανία. Μ' αυτόν τον τρόπο θα αναπτυχθεί και θα εδραιωθεί η φιλία ανάμεσα στους δύο λαούς". Οι Γερμανοί εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ, ώστε η εφημερίδα Die Zeit μού ζήτησε άρθρο, το οποίο και δημοσίευσε, σχετικά με το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας.
Κίνητρό μας, συνεπώς, δεν είναι η εκδίκηση. Επιδιώκουμε τη φιλία ανάμεσα στους δύο λαούς, βασισμένη όμως στην ισοτιμία, τη λογική και το δίκαιο. Γι' αυτό και δεν επαιτούμε, αλλά απαιτούμε η Γερμανία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να μην προσπαθεί, με διάφορες προφάσεις, να ξεφύγει από το οφειλόμενο, απέναντι στην Ιστορία, πια, χρέος της. Ακόμη και ένα μάρκο να όφειλε, έπρεπε να πληρώσει, και τον ίδιο αγώνα επίσης θα κάναμε αν ήταν το χρέος και μόνο ένα ευρώ.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ !

Είδα την ΕΛΛΑΔΑ μας, σαν της ΒΑΒΕΛ τον πύργο.
Κι άκουγα ΓΛΏΣΣΕΣ άγνωστες απ'Αφρική κι Ασία.
Με "ΞΕΝΟΥΣ" γέμισε πολλούς κι έλεγα΄γώ να φύγω.
Γιατί εδώ πια η ΖΩΗ έχανε κάθε Αξία!


Με τόσους "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ" που γέμισε η Πατρίδα.
Πλήθυναν ΦΟΝΟΙ ΚΑΙ ΚΛΕΨΙΕΣ και ΜΑΥΡΗ εργασία.
Κάθε μέρα η Ζωή έκρυβε μιά παγίδα.
Κι αναρωτιώμουν συνεχώς τι κάνει η ΕΞΟΥΣΙΑ.


Πως σ΄εκαναν ΕΛΛΑΔΑ μου, σαν ξέφραγο αμπέλι.
ΑΦΡΙΚΑΝΟΙ και ΟΥΚΡΑΝΟΙ,ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΙ και ΡΩΣΟΙ.
Απ΄ΟΛΟΥΣ έβλεπα εδώ και Διάβολοι κι αγγέλοι.
Μα κι ότι ΧΡΩΜΑ ήθελες,με νου ή δίχως γνώση!


Σ έβλεπα "ΠΥΡΓΟ"ΕΛΛΑΔΑ μου, μ'ατέλειωτο στη μέση.
Μπροστά δέν προχωρούσες,πίσω μόνο πήγαινες.
Φοβόμουν μήπως έβλεπα, κόκκινο νάχεις φέσι.
Κιαυτό που λέγανε παλιά
ποτέ σου δέν πεθαίνεις τώρα αργοπαίθενε.

Κι έσβινε η ΔΟΞΑ σου ΚΙ ΟΝΟΜΑΤΑ...Αρχαία.
Και ΄βγαίναν μαύροι ΕΛΛΗΝΕΣ, κι άλλοι ΘΕΟΙ σου φτιάξαν.
Κι είδα καινούρια ΣΥΜΒΟΛΑ, αντίΣΤΑΥΡΟ-ΣΥΜΑΙΑ.
κΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ Δήμαρχοιτην Γλώσσα την αλλάξαν!

Όλα γύρω άλλαξαν, χτίζουν κι εδώ παγόδες.
Κι έβλεπα Καμπαναριά μαζί με Μιναρέδες.
Και δίπλα-δίπλα στο ΧΡΙΣΤΟ αγάλματα με ΒΟΎΔΕΣ.
Κι απο πεννιες του ΜΑΡΚΟΥ άκουγα...Αμανέδες!

Και ξύπνησα ανάστατος, κι είδα ακόμα ΥΠΑΡΧΕΙΣ.
Μα μέχρι πότε ΑΝΤΟΧΗ θάχεις να μη σ΄αλλάξουν.
ΣΥΜΒΟΛΑ και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ κι ΑΞΙΕΣ ΝΑ Φυλλάξεις.
Γιατί ΕΧΘΡΟΥΣ έχεις πολλούς που θέναι να σε θάψουν!

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Διάλογος του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητoύ με τον Θεοδόσιο

Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδοξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυτοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιηθή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων.
Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησιαστική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρχικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελητισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνείδησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέωσαν με το μαρτύριό τους.
Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθοδόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κατεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκπέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.
Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελητών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνωσις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.
Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνήσια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθήση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κάθε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμερα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμήσεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κάστρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυτοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνεται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασιλεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια είναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθηκαν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εννοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυτήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε ακανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώνται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβαλαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρείτε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χριστού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέπει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».

ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέχονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθηκα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλοεξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώτον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέγω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και αναντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογίζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.
Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολεμηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των οποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθινούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέχεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.
Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγιναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν καταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μήπως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της παρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους εαυτούς σας κι εμάς.
Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ενώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται εναντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέποτε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοινωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήματος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρηστεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοιχο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγκαλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμάτων δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζεται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του είναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γίνη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγραφη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι είμαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κατάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η περί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυτά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατάκριμα του αναθέματος.

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το όνομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέτοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκατάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέλευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλησιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πάρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημβρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρείται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χαρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν μετάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έβαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, όταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω ανδρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρούσης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύλος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πατρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύσιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδόσιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υποχρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεοστήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κάνης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:

ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λόγω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περήφανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.

Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χωρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Επειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχραντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον εδώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου αποσχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν όλοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μάλιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επίσκοπος και είπε:

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.

Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχάσουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότητα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς εμάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμαστε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέλειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κίνησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νοερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος αγιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύπος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγάσουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε όλοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιοσύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτήριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κανένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κινδυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν όπως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Αληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση καθένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντινούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθεμάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύμων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχοντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέσως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πολυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστάσιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συνέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώδη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε εναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

πηγή:(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).
http://www.impantokratoros.gr/Maximos-Omologitis.el.aspx